Συνέντευξη της Ελένης Μπούντα στον Απόστολο Λακασά (Οικονομική Επιθεώρηση)

Με αυξημένη πλειοψηφία της Βουλής να λαμβάνονται οι αποφάσεις για την Παιδεία

Για οποιαδήποτε νομοθετική αλλαγή που αφορά την παιδεία πρέπει να απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία 2/3 στη Βουλή, προκειμένου να αποφεύγονται οι παλινωδίες και τα ξηλώματα ανάλογα με τις κομματικές ή προσωπικές πεποιθήσεις του κάθε υπουργού.» Αυτό τονίζει στην Οικονομική Επιθεώρηση η Ελένη Μπούντα*, εκπαιδευτικός και ιδρυτικό μέλος της ΠΡΩ.ΠΑΙΔΕΙ.Α, που ξεκίνησε το 2015 και με σειρά εκδηλώσεων καταδεικνύει ότι υπάρχει η δυνατότητα συναίνεσης στον χώρο της παιδείας, στο πλαίσιο και ευρύτερων κοινωνικών συμμαχιών. Η Ελ. Μπούντα κάνει σφοδρή κριτική στο νομοσχέδιο Γαβρόγλου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, και προσθέτει ότι δεν είναι δυνατόν να καταργηθούν οι πανελλαδικές εξετάσεις για την εισαγωγή στα ΑΕΙ. «Προτάσεις κατάργησης εξετάσεων γενικώς και αορίστως δίνουν μήνυμα για ελάχιστη προσπάθεια.»

Τι σας ώθησε στη δημιουργία  της ΠΡΩ.ΠΑΙΔΕΙ.Α;

Η ΠΡΩ.ΠΑΙΔΕΙ.Α. ιδρύθηκε από ομάδα εκπαιδευτικών από όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης το 2015. Ο βασικός λόγος ήταν η αγωνία μας για την παιδεία, και κατ’ επέκταση για τη χώρα. Όλοι στην εκπαίδευση γνωρίζουμε το βιβλίο του αείμνηστου ιστορικού της εκπαίδευσης Αλέξη Δημαρά Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, το οποίο αναφέρεται στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση  του 1964 με τον Ευάγγελο Παπανούτσο. Ωστόσο, σε κάθε συζήτηση για την παιδεία ο τίτλος χρησιμοποιείται είτε ειρωνικά είτε κυριολεκτικά, αναδεικνύοντας έτσι το διαχρονικό πρόβλημα στην εκπαίδευση: η μόνη μας συμφωνία για την παιδεία είναι η διαφωνία.

Το σοκ όμως που πάθαμε από το «η αριστεία είναι ρετσινιά» του Αρ. Μπαλτά, που αναδείκνυε όλη τη φιλοσοφία της εκπαιδευτικής  πολιτικής της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αλλά και η κρίση της χώρας μας, τα αποτελέσματα της οποίας στην παιδεία θα έχουν συνέπειες και στο μέλλον των σημερινών μαθητών και φοιτητών, μας κινητοποίησε άμεσα.

Ο χαρακτήρας και η ποιότητα της παιδείας στη χώρα θα προσδιορίσει σε τελική ανάλυση το τι μπορούμε να επιτύχουμε ως κοινωνία και ως οικονομία, μέσα σε ένα απαιτητικό παγκόσμιο περιβάλλον. Η εξίσωση είναι απλή. Καλύτερα σχολεία και πανεπιστήμια, καλύτεροι μαθητές και φοιτητές, καλύτεροι εκπαιδευτικοί σε όλες τις βαθμίδες οδηγούν σε μια καλύτερη Ελλάδα.

Από ποιους αποτελείται η ΠΡΩ.ΠΑΙΔΕΙ.Α;

Σημαντική προϋπόθεση για την εδραίωση σοβαρών μεταρρυθμίσεων στην εκπαίδευση αποτελεί η δημιουργία μετώπου ευρέων κοινωνικών συμμαχιών μέσα από ειλικρινή προβληματισμό και ενημέρωση. Ενός μετώπου που θα περιλαμβάνει το δημιουργικό κομμάτι των λειτουργών της εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων, τη μεγάλη πλειοψηφία των δυναμικών και εργατικών νέων, τη δεινοπαθούσα  σήμερα ελληνική οικογένεια, τον εργαζόμενο, τον άνθρωπο της αγοράς, που γνωρίζουν ότι η ποιότητα στην παιδεία είναι ο κυριότερος παράγοντας για μια σοβαρή, υψηλών αποδόσεων ανάπτυξη, τον άνθρωπο της επιστήμης, την ελληνική διασπορά, ειδικά αυτή που πρωτοπορεί και αριστεύει. Τελευταίο, αλλά όχι έλασσον, μια ευρύτατη στέρεη με βάθος χρόνου συμμαχία των πολιτικών φορέων, που ενστερνίζονται τις ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις.

Η κυβέρνηση παρουσίασε ένα νομοσχέδιο για τη λειτουργία των πανεπιστημίων και ΤΕΙ, ζητώντας συναίνεση από τα υπόλοιπα κόμματα. Πώς το αξιολογείτε;

Το σ/ν κηρύσσει την επιστροφή σε εσωστρεφή (και φοβικά) πρότυπα  του παρελθόντος που έχουν δοκιμασθεί και αποτύχει. Προκρίνει ένα ιδιαίτερα γραφειοκρατικό και συγκεντρωτικό μοντέλο διοίκησης των πανεπιστημίων και οργάνωσης των σπουδών, που σε σημαντικό βαθμό μας πηγαίνει πίσω στο μακρινό 1982 και τον τότε νόμο-πλαίσιο. Οι βασικές προτεραιότητες  που θέτει το σ/ν είναι η δημοκρατική νομιμοποίηση, η αντιπροσωπευτικότητα, η κοινωνική συναίνεση στη διοίκηση και στη διακυβέρνηση, αντί για την ευθύνη, την ικανότητα, την αριστεία, την αποδοτικότητα, τη διοίκηση που βασίζεται σε στόχους, τη χρηστή διαχείριση, την εξωστρέφεια, τη λογοδοσία. Παράλληλα, ο υπουργός  ορίζεται τελικός κριτής σωρείας επιχειρησιακών επιλογών των πανεπιστημίων, καταφέρνοντας σοβαρά πλήγματα στο ήδη μειωμένο – σε σχέση με τα διεθνή πρότυπα – επίπεδο αυτοδιοίκησης του πανεπιστημίου. Επιπλέον, γίνεται το πρώτο βήμα ουσιαστικής κατάργησης της ΑΔΙΠ, διά της θεσμοθέτησης διαδικασιών αξιολόγησης των μεταπτυχιακών σπουδών ερήμην της ΑΔΙΠ. Αν αυτό το μοντέλο πανεπιστημίου επικρατήσει, τα ελληνικά πανεπιστήμια θα βρεθούν  να σέρνονται δεκαετίες πίσω από το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Το 2011 ο νόμος 4009, επί υπουργίας Άννας Διαμαντοπούλου, για τα ΑΕΙ ψηφίστηκε από 255 βουλευτές, αλλά άρχισε να ψαλιδίζεται αμέσως από τον επόμενο υπουργό Παιδείας Κωνσταντίνο Αρβανιτόπουλο, το κόμμα του οποίου μάλιστα τον είχε ψηφίσει. Τι συνέβη;

Ακριβώς έτσι έγινε, όπως το λέτε. Ο νόμος 4009 ήταν ένας εκσυγχρονιστικός νόμος που προσέκρουσε  σε συνδικαλιστικά, συντεχνιακά και πολιτικά κατεστημένα. Δυστυχώς, και ο νόμος αυτός υπέστη το «ράβε-ξήλωνε». Χαρακτηριστικό όλης της κατάστασης είναι ότι όταν ψηφίστηκε ο νόμος 4009/11 με ευρεία πλειοψηφία στη Βουλή υπήρξαν δύο πρυτάνεις οι οποίοι είπαν δημοσίως ότι «ανεξαρτήτως του πώς ψηφίστηκε ο νόμος, εμείς δεν θα τον εφαρμόσουμε». Οι δύο αυτοί πρυτάνεις έγιναν υπουργοί. Η πρόταση λοιπόν είναι: για οποιαδήποτε  νομοθετική αλλαγή που αφορά την παιδεία πρέπει να απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία 2/3 στη Βουλή, προκειμένου να αποφεύγονται οι παλινωδίες και τα ξηλώματα ανάλογα με τις κομματικές ή προσωπικές πεποιθήσεις του κάθε υπουργού.

Τι πιστεύετε ότι χρειάζονται τα πανεπιστήμια;

Τα πανεπιστήμια χρειάζονται έναν νόμο 4009/2011 plus, που θα εφαρμοστεί για μία δεκαετία (με προσαρμογές), ώστε να αποδώσει και να αξιολογηθεί, και θα υποστηριχθεί από την Πολιτεία και την κοινωνία.

Μπορούν να καταργηθούν οι πανελλαδικές εξετάσεις για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση;

Οι προτάσεις του Υπουργείου Παιδείας για το σοβαρό αυτό θέμα, οι οποίες αλλάζουν συνεχώς, δείχνουν τουλάχιστον προχειρότητα. Το χειρότερο όμως είναι ότι προτάσεις κατάργησης εξετάσεων γενικώς και αορίστως  που αφορούν δεκαεφτάχρονους νέους δίνουν μήνυμα για ελάχιστη προσπάθεια. Οφείλουμε να πούμε στα παιδιά μας ότι θα κοπιάσουν, θα κουραστούν για να πετύχουν, για να σπουδάσουν, για να είναι ανταγωνιστικοί στο εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον.

Η διαδικασία εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να ακολουθεί την απόκτηση του εθνικού απολυτηρίου, κατά τα διεθνή πρότυπα.

Ακόμα, είναι ιδιαίτερα σημαντικό σήμερα, σε έναν κόσμο που αλλάζει και απαιτεί ολοένα και περισσότερη γνώση, να εξετάσουμε εναλλακτικά συστήματα πρόσβασης στα προγράμματα σπουδών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Δεν μπορεί για έναν τριαντάρη ή σαραντάρη ο οποίος θέλει να σπουδάσει η μόνη λύση να είναι οι πανελλαδικές εξετάσεις ή το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Είναι ώριμη πλέον η εξέταση των δυνατοτήτων μιας πιο ανοικτής πρόσβασης στα προγράμματα σπουδών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε ανθρώπους όλων των ηλικιών, που διαπιστώνουν ότι ή αυτό που σπούδασαν δεν τους ικανοποιεί πλέον ή ότι θέλουν να σπουδάσουν και κάτι άλλο. Σε αυτό το πλαίσιο, θα μπορούσε να συζητηθεί η εισαγωγή τεστ καταλληλότητας υποψηφίων  για ορισμένες  ειδικότητες (π.χ. ιατρική), στα πρότυπα της Ελβετίας. Το αποτέλεσμα ενός τέτοιου τεστ, που θα μπορούσε να προετοιμαστεί σε συνεργασία με τον κατάλληλο επαγγελματικό φορέα,  θα μπορούσε να συνεκτιμάται μαζί με τα άλλα κριτήρια εισόδου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Σε εκδήλωση της ΠΡΩ.ΠΑΙΔΕΙ.Α στα μέσα Ιουλίου παραβρέθηκαν ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο Σταύρος Θεοδωράκης, η Άννα Διαμαντοπούλου, εκπρόσωποι του ΠΑΣΟΚ. Θεωρείτε ότι υπάρχει πεδίο συναίνεσης στον χώρο της παιδείας από αυτούς τους κομματικούς σχηματισμούς; Και πάνω σε ποιους άξονες;

Στα δύο χρόνια δραστηριοποίησης της ΠΡΩ.ΠΑΙΔΕΙ.Α συνομιλήσαμε και συνεργαστήκαμε  με αυτούς τους κομματικούς φορείς, και σε γενικό πλαίσιο αλλά και σε συγκεκριμένες προτάσεις. Διοργανώσαμε εκδηλώσεις με τη συμμετοχή εκπροσώπων αυτών των κομμάτων, σε δύο μάλιστα συμμετείχαν και εκπρόσωποι του Υπουργείου Παιδείας.

Πράγματι, φαίνεται (μέχρι τώρα τουλάχιστον) ότι μπορεί να υπάρχει ένα πεδίο συναίνεσης στον χώρο της παιδείας από αυτούς τους κομματικούς σχηματισμούς για ένα εθνικό, μακρόπνοο σχέδιο που θα ξεκινά από την προσχολική εκπαίδευση, θα έχει ως βάση το Νέο Σχολείο (2011) για την υποχρεωτική εκπαίδευση, θα δίνει πολιτική προτεραιότητα στην τεχνική εκπαίδευση και τη σύνδεσή της με την παραγωγή και την ανάπτυξη, θα καταξιώνει το Λύκειο ως ξεχωριστή βαθμίδα της εκπαίδευσης με το ισχυρό εθνικό απολυτήριο και την Τράπεζα Θεμάτων, θα φέρει έναν νέο νόμο 4009 plus για τα ΑΕΙ, θα επενδύει στην έρευνα και την καινοτομία, θα ενσωματώσει οργανικά την αξιολόγηση σε όλα τα επίπεδα με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας, θα ενσωματώνει τις έννοιες της εξωστρέφειας, θα ενισχύει τους άριστους.

* Η Ελένη Μπούντα, Δρ. Ιστορίας, είναι σχολική σύμβουλος πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Είναι συγγραφέας του βιβλίου Ιστορική Γνώση- Σκέψη και πολλών επιστημονικών άρθρων.

Το πλήρες κείμενο της συνέντευξης (pdf)