Η θέση της ΠΡΩ.ΠΑΙΔΕΙ.Α. για το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Παιδείας για τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.

Σχετικά με το Σχέδιο Νόμου του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ και ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ με τίτλο «Νέοι Ορίζοντες στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα: Ενίσχυση της ποιότητας, της λειτουργικότητας και της σύνδεσης των ΑΕΙ με την κοινωνία και λοιπές διατάξεις», διαπιστώνουμε επί της αρχής ότι πρόκειται για παρέμβαση μεγάλης έκτασης. Η μεταρρύθμιση που επιχειρείται με το νομοσχέδιο αφορά σχεδόν όλες τις πτυχές  της λειτουργίας του Πανεπιστημίου και υπεισέρχεται ακόμη και σε λεπτομέρειες. Αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό χαρακτηριστικό, σε μια χώρα όπου τόσο η κεντρική κυβέρνηση όσο και τα ίδια τα Πανεπιστήμια καθυστερούν απελπιστικά τη διαμόρφωση της δευτερογενούς νομοθεσίας και των προβλεπόμενων από τον νόμο εσωτερικών ρυθμιστικών πλαισίων (π.χ. εσωτερικών κανονισμών λειτουργίας, οργανισμοί), στοιχείων απαραίτητων για τη λειτουργική ολοκλήρωση του πρωτογενούς πλαισίου. Ωστόσο, η μικρο-ρύθμιση και η υπερ-ρύθμιση ουδόλως συντελούν στην ενίσχυση είτε της αυτοδιοίκησης, είτε της αριστείας, χαρακτηριστικά που το νομοσχέδιο διατείνεται ότι αποτελούν κεντρικές επιλογές του σκοπού του. Επομένως, η διαχρονικώς εξαγγελλόμενη πρόθεση της Πολιτείας περί νομοθέτησης «νόμου-πλαισίου» εξακολουθεί να παραμένει ζητούμενο. Μέχρι όμως να επιτελεσθεί αυτό, χρήσιμο θα είναι ο νόμος να περιέχει διαδικασίες και ρητές εξουσιοδοτήσεις προς τη Διοίκηση του ΑΕΙ που θα επιτρέπουν την προσαρμογή συγκεκριμένων ρυθμίσεων στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Ιδρύματος (π.χ. πολυεδρικότητα) και τις εξ αυτών απορρέουσες ιδιαίτερες απαιτήσεις λειτουργικότητας. 

Παραμένοντας σε επί της αρχής συζήτηση επί των προτεινόμενων με το νομοσχέδιο ρυθμίσεων, αλλά και ηχηρών παραλείψεων, σημειώνουμε ότι αποτελεί χρόνια κοινή διαπίστωση ότι το κυριότερο πρόβλημα στην έρευνα είναι η θεσμική πολυδιάσπασή της σε πολλά Υπουργεία (Παιδείας, Ανάπτυξης, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Εθνικής Άμυνας, κα). Η δημιουργία ενός ενιαίου φορέα, στο πλαίσιο ενός νέου Υπουργείου Έρευνας, Τεχνολογίας και Καινοτομίας, αποτελεί διαχρονική θέση μας. Αποτελεί επιτακτική ανάγκη, επιτέλους, η χώρα να αποκτήσει ένα εθνικό στρατηγικό σχέδιο για την ανάπτυξη της έρευνας και ένα ενιαίο φορέα συντονισμού και διαχείρισης των αποτελεσμάτων αυτής προς όλες τις κατευθύνσεις, την παιδεία, την οικονομία, την υγεία, την αγροτική ανάπτυξη, τη διατροφή, τις τεχνολογίες, τη διοίκηση αλλά και τον πολύ σημαντικό τομέα σήμερα πλέον της Εθνικής Άμυνας. Δυστυχώς, το νομοσχέδιο όχι μόνον δεν αντιμετωπίζει το φαινόμενο της πολυδιάσπασης, όχι μόνο δεν κινείται στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της συνέργειας και συνεργασίας ανάμεσα στα ερευνητικά κέντρα και τα πανεπιστήμια, αλλά προχωρά στην αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή σε περαιτέρω διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων, για παράδειγμα αποκλείοντας τους ερευνητές από την επίβλεψη διδακτορικών διατριβών.

Στη συνέχεια σχολιάζουμε τις σημαντικότερες -κατά την αντίληψή μας- από τις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου.

[Α] Συμβούλιο Φοιτητών (Άρθρο 43) – Σύλλογοι Φοιτητών (Άρθρο 178). Πρόκειται για σημαντική παρέμβαση, που μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστική φοιτητική εκπροσώπηση. Σήμερα η μεγάλη πλειοψηφία των φοιτητών ενός ιδρύματος δεν εκπροσωπείται ουσιαστικά στα όργανα διοίκησης, ούτε μπορεί να εκφραστεί προς τα έξω συλλογικά. Η αιτία είναι η ύπαρξη Φοιτητικών Συλλόγων-σφραγίδων, οι οποίοι ούτε αντιπροσωπευτικοί είναι, ούτε διαθέτουν δημοκρατική νομιμοποίηση, αφού σ’ αυτούς συμμετέχει ουσιαστικά ένα πολύ ισχνό ποσοστό των δυνητικών μελών τους. Το αποτέλεσμα είναι οι δράσεις τους, στις οποίες στην πραγματικότητα αντιτίθεται η μεγάλη πλειοψηφία, να καλύπτονται από αποφάσεις μιας ελάχιστης μειοψηφίας. Δυστυχώς, όμως, οι αποφάσεις και δράσεις αυτών των μειοψηφικών «σφραγίδων» ενίοτε επηρεάζουν σημαντικά τις αποφάσεις αρμοδίων ακόμα και μέχρι το ανώτερο κυβερνητικό επίπεδο. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι το έργο τους επιφέρει μόνιμα ισχυρή αρνητική επίδραση στο σύνολο της ακαδημαϊκής κοινότητας. Τα Συμβούλια Φοιτητών, ακόμα και αν στην αρχή λειτουργήσουν σε ελάχιστα μόνο Πανεπιστήμια, αναμένεται να εισαγάγουν κατά σαφή τρόπο την πραγματική εκπροσώπηση των φοιτητών και, εν καιρώ, να συντελέσουν στην ανάπτυξη ενός διαφορετικού πολιτικού πολιτισμού, συμβατού με την κοινή λογική του υπεύθυνου ακαδημαϊκού πολίτη. Οι σημερινοί, εκφυλισμένοι, Σύλλογοι Φοιτητών, θλιβερό στη σημερινή πραγματικότητα απομεινάρι του πάλαι ποτέ «ρωμαλέου», φοιτητικού κινήματος, που σήμερα δεν μπορούν καν να συμφωνήσουν στον αριθμό των ψήφων που έλαβε ο καθένας, διατηρούνται με το άρθρο 178, αναμένεται όμως να συνεχιστεί η αναπόφευκτη αποδυνάμωσή τους και, τελικά, η ουσιαστική αντικατάστασή τους από τα Συμβούλια Φοιτητών.

[Β] Ποικιλία Προγραμμάτων Σπουδών. Επιπλέον των κανονικών Προπτυχιακών και Μεταπτυχιακών Προγραμμάτων Σπουδών, με το νομοσχέδιο θεσμοθετείται η δυνατότητα προσφοράς πληθώρας άλλων Προγραμμάτων, όπως Διεπιστημονικά Προγράμματα Σπουδών (Άρθρο 71),  Διπλά Προγράμματα Σπουδών (72), Προγράμματα Σπουδών Εφαρμοσμένων Επιστημών και Τεχνολογίας (73), Επαγγελματικά Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (89), Προγράμματα Σπουδών Δευτερεύουσας Κατεύθυνσης (98), Προγράμματα Σπουδών Σύντομης Διάρκειας (99), Πιστοποιητικό Ψηφιακών Δεξιοτήτων (100), Ξενόγλωσσα Προγράμματα Σπουδών Διπλής Ειδίκευσης (107) αλλά και Διπλά Ξενόγλωσσα Προγράμματα Σπουδών  (108), Θερινά προγράμματα σπουδών   (109), Κοινά Διιδρυματικά Προγράμματα Σπουδών (111). Επιπλέον δε αυτών, υπάρχει και το  Κέντρο Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης [ΚΕΔΙΒΙΜ]  (112), που πρόσφατα ξεκίνησε τη λειτουργία του, ένα ολόκληρο Ίδρυμα μέσα στο κάθε Πανεπιστήμιο. Αυτή η νέα πραγματικότητα που θα αρχίσει να ξεδιπλώνεται από το φθινόπωρο στα Πανεπιστήμια απαιτεί πολλά, πρώτα και κύρια όμως πολλαπλάσιο (όχι απλά διπλάσιο) ακαδημαϊκό προσωπικό. Η ανάγκη αυτή και το πώς θα καλυφθεί δεν φαίνεται να απασχολεί τους συντάκτες του νομοσχεδίου, που φαίνεται ότι αγνοούν ότι το πλήθος των καθηγητών στα Τμήματα των αρχαιοτέρων Πανεπιστημίων είναι περίπου στο 50% συγκριτικά με το 2010. Αιτίες, η μη αναπλήρωση ακόμα και των αφυπηρετούντων επί μια επταετία αφενός, αλλά και ο πολύ μεγάλος χρόνος ολοκλήρωσης των διαδικασιών εκλογής και κυρίως ανάληψης καθηκόντων από τους νεοδιορισθέντες, που μπορεί να φθάσει ή ακόμα και να ξεπεράσει τα δύο χρόνια, αφετέρου. Προκειμένου να απαλυνθεί, τουλάχιστον, η αδυναμία αυτή, προτείνουμε:

1] Τον συστηματικό και ουσιαστικό έλεγχο του βαθμού εκπλήρωσης των εκπαιδευτικών, ερευνητικών και διοικητικών καθηκόντων των μελών ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης από τις (νέες) διοικήσεις των Πανεπιστημίων, καθώς και την επιβολή αυστηρών κυρώσεων σε περιπτώσεις αδικαιολόγητης υπο-επίδοσης.

2] Το συνολικό ποσόν του μισθού μέλους ΔΕΠ που μεταπίπτει στην κατηγορία άνευ αποδοχών (Άρθρο 157γ) καθώς και το 65% του μισθού μέλους ΔΕΠ που μεταπίπτει σε κατάσταση μερικής απασχόλησης (Άρθρο 154-5)  να διατίθενται για την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη εκπαιδευτικών και ερευνητικών αναγκών του Τμήματος για όλο το χρόνο που τα εμπλεκόμενα μέλη ΔΕΠ βρίσκονται σε αυτές τις ειδικές καταστάσεις.

3] Την εκλογίκευση και επίσπευση των διαδικασιών προκήρυξης και διορισμού νέων μελών ΔΕΠ, ακολουθώντας τη διεθνή πρακτική. Οι διαδικασίες οφείλουν να ολοκληρώνονται μέσα σε ένα ακαδημαϊκό έτος και το νέο μέλος να εντάσσεται στον προγραμματισμό του Τμήματος για το επόμενο ακαδημαϊκό έτος.

[Γ] Επισκέπτες Καθηγητές – Επισκέπτες Ερευνητές (Άρθρο 171). Η παρουσία των Ελλήνων και Ελληνίδων -και μάλιστα της πρώτης γενιάς-  στο διεθνές ακαδημαϊκό στερέωμα είναι εντυπωσιακή. Το ακαδημαϊκό δυναμικό της διασποράς μπορεί να αποτελέσει ένα ισχυρό βραχίονα στην προσπάθεια αναβάθμισης και διεθνοποίησης του Ελληνικού Πανεπιστημιακού και Ερευνητικού συστήματος, αν αξιοποιηθεί σωστά. Ο θεσμός του Επισκέπτη Καθηγητή/Ερευνητή στοχεύει -και πολύ σωστά- ακριβώς σε αυτή την απέραντη δεξαμενή – χρυσωρυχείο. Για να τονισθεί όμως σαφέστερα το ενδιαφέρον και η τεράστια σημασία που δίδει η Πολιτεία σε αυτή την κατεύθυνση, πέραν της χρηματοδότησης από ίδιους πόρους των Ιδρυμάτων, ας θεσπίσει ένα, αρχικά συμβολικό, αριθμό π.χ. 200 ή 300 θέσεων για όλα τα Πανεπιστήμια/Ερευνητικά Ιδρύματα, Επισκεπτών Καθηγητών/Ερευνητών. Αυτό θα αποτελέσει μήνυμα με πολλαπλούς αποδέκτες και, μερική έστω,  αντιμετώπιση της δραματικής σημερινής πραγματικότητας που περιεγράφηκε παραπάνω. Η Πολιτεία μπορεί να είναι σίγουρη ότι μια τέτοια «επένδυση» θα αποβεί πολλαπλά ανταποδοτική.

[Δ] Τμήματα Εφαρμοσμένων Επιστημών και Τεχνολογίας (Άρθρο 73).  Εδώ γίνεται προσπάθεια επανίδρυσης των ΤΕΙ και το βάρος της απόφασης μετατίθεται στις πλάτες των Ιδρυμάτων. Η πολιτική ηγεσία αποδεικνύεται ανεπαρκής να διατυπώσει και διαχειριστεί ένα τόσο σημαντικό θέμα, όπως αυτό της δομής του συνολικού εκπαιδευτικού οικοδομήματος. Γίνεται προσπάθεια Τμήματα που δεν θα συγκεντρώσουν επαρκή αριθμό φοιτητών -ανεξάρτητα αν αυτό οφείλεται στο αντικείμενό τους ή στη γεωγραφική θέση τους- να υποβιβαστούν σε ΤΕΙ, ώστε να απορροφήσουν αποτυχόντες των Πανεπιστημίων. Μέγα σφάλμα, με άφρονα κατασπατάληση οικονομικών και ανθρώπινων πόρων, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ο χώρος της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΕΕΚ) χρειάζεται το δικό του διακριτό περιβάλλον, που είναι τελείως διαφορετικό από το πανεπιστημιακό, όχι κατώτερο ή ανώτερο απλά έντονα διαφορετικό. Αντί λοιπόν του άρθρου αυτού, που πρέπει να αποσυρθεί, η Πολιτεία οφείλει να προχωρήσει στη συστηματική μελέτη της ριζικής αναμόρφωσης του συστήματος της ΕΕΚ με την επαναφορά στη Μεταλυκειακή Ζώνη μιας μορφής «σύγχρονων ΚΑΤΕ», που θα παρέχουν σοβαρή διετή εκπαίδευση με πρακτική άσκηση. Είναι το είδος των στελεχών που ζητά η επιχείρηση, η βιομηχανία, η αγορά, που βρίσκεται σε τεράστια έλλειψη  και που αποτελεί τροχοπέδη για την περαιτέρω ανάπτυξη της χώρας, όταν τα πανεπιστημιακά πτυχία περισσεύουν (βλέπε, Έκθεση ΚΑΝΕΠ–ΓΣΕΕ: Επιτακτική η ανάγκη Δομικού Μετασχηματισμού, Ανασυγκρότησης και Ποιοτικής Αναβάθμισης του Παραγωγικού Μοντέλου της Χώρας, 24 Μάϊου 2022). Για λόγους σύγκρισης, ας αναφερθεί ότι οι σωστά εκπαιδευμένοι γεωργοί στην Ολλανδία ανέρχονται στο 80% του συνόλου των γεωργών, ενώ στην Ελλάδα είναι κάτω από το 8%. Κατά τα άλλα ο αγροτικός τομέας αποτελεί τον κορμό του παραγωγικού ιστού της χώρας μας. Επαναλαμβάνουμε λοιπόν, το Άρθρο 73 πρέπει να αποσυρθεί!

[Ε] Κέντρο Υποστήριξης Διδασκαλίας και Μάθησης (Άρθρο 129). Ο θεσμός αυτός έχει εισαχθεί με το νόμο 4009/11, μετά από απαίτηση της τότε ηγεσίας της ΠΟΣΔΕΠ, δεν καταργήθηκε ποτέ, αλλά ούτε εφαρμόστηκε από κανένα Πανεπιστήμιο. Κάποιες ελάχιστες προσπάθειες, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα, έχουν γίνει από 2-3 Ιδρύματα. Επειδή το Κέντρο αυτό θα παίξει καθοριστικό ρόλο για τη βελτίωση της ποιότητας διδασκαλίας, θεωρούμε ότι το νομοσχέδιο θα πρέπει εδώ να προτρέξει και να γίνει αναλυτικό, σε αναλογία με τις ρυθμίσεις για άλλα όργανα. Αυτή η ανάγκη καθίσταται ακόμα πιο άμεση, αφενός λόγω της πολυμορφίας των νέων Προγραμμάτων Σπουδών που θεσμοθετούνται, αφετέρου λόγω των νέων μορφών διδασκαλίας που αναμένεται να καθιερωθούν στη μετά-Covid εποχή, όπως η σύγχρονη και ασύγχρονη εξ αποστάσεως εκπαίδευση.

Παρά την έκτασή του, το νομοσχέδιο παραλείπει να αναφερθεί σε ένα πολύ σημαντικό, κατά την άποψή μας, θέμα, αυτό του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ). Αποτελεί μεγάλη παράλειψη η μη θεσμοθέτηση του ΝΠΙΔ για τη διαχείριση των πόρων και της περιουσίας του ιδρύματος, όπως αυτό οριζόταν στο Νόμο 4009/2011. Καλούμε την Κυβέρνηση έστω και την τελευταία στιγμή να εισαγάγει αυτή την πραγματικά μεγάλη καινοτομία. Ένας τέτοιος θεσμός θα βοηθήσει τα μέγιστα στη σωστή και σύγχρονη διαχείριση και αξιοποίηση της υλικής και άυλης περιουσίας του κάθε Ιδρύματος.

Το νομοσχέδιο επίσης παραλείπει να αναφερθεί στο θέμα της αναδιαμόρφωσης του χάρτη της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Βέβαια,  η αδήριτη ανάγκη για κοινωνική συνάφεια και χρησιμότητα θα επιβάλει, αργά ή γρήγορα, εκ των κάτω την εκλογίκευση του υπερμεγέθους και χαώδους πανεπιστημιακού συστήματος με συγχωνεύσεις και καταργήσεις Τμημάτων και Ιδρυμάτων. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι τα Ελληνικά Πανεπιστήμια χρηματοδοτούνται σε πολύ μεγάλο ποσοστό, συγκριτικά με τη διεθνή πραγματικότητα,  από τα χρήματα των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι δικαιούνται να ζητήσουν και θα ζητήσουν τον λογαριασμό. Είναι, επομένως, εθνική υποχρέωση, οφειλόμενη στις μελλοντικές γενιές, η διασφάλιση της λογοδοσίας του συστήματος πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, και του ουσιαστικού ελέγχου των επιλογών και των συνέπειών τους.

Αφήσαμε για το τέλος το μείζον ζήτημα του μοντέλου διακυβέρνησης των Πανεπιστημίων. Αναγνωρίζουμε ως θετική τη συνεχή αναφορά στην αριστεία και την έντονη  ακαδημαϊκότητα ως βασική προϋπόθεση για τη διεκδίκηση θέσεων εξουσίας, που διατρέχει έντονα το νομοσχέδιο. Βέβαια, δεν πιστεύει κανείς ότι αύριο το πρωί θα ανατραπούν νοοτροπίες τεσσάρων δεκαετιών, όπου την ηγεσία καθόριζε συχνά μια αόρατη μεν, υπαρκτή δε και πανίσχυρη συμμαχία των ποιοτικά κατώτερων στρωμάτων διδασκόντων και διδασκομένων, ενίοτε με την ομπρέλα του κομματισμού και πρόσχημα την ιδεοληψία, νοοτροπίες που διαμορφώθηκαν από τον Νόμο 1268/1982 και τις τροποποιήσεις του μέχρι και την πιο πρόσφατη υπερσυντηρητική αντιμεταρρύθμιση του Νόμου 4485/2017. Όμως είναι σίγουρο ότι με την πάροδο του χρόνου, τη διεθνή πραγματικότητα και το νέο τρόπο λειτουργίας των διαφόρων οργάνων εξουσίας, θα αρχίσει μια αργή, αλλά σταθερή, θετική ποιοτική αλλαγή στον ακαδημαϊκό πολιτισμό.

Όμως, το προτεινόμενο με το νομοσχέδιο σύστημα διακυβέρνησης, ιδιαιτέρως δε την ταύτιση του ρόλου του Προέδρου του Συμβουλίου Διοίκησης με εκείνον του Πρύτανη σε ένα πρόσωπο, είναι ανάδελφο. Αν και πράγματι υπάρχουν ανά τον κόσμο Πανεπιστήμια όπου η ταύτιση αυτή υφίσταται, όπως αναφέρει η Υπουργός, δεν πρέπει να παραλείπεται η αναφορά του γεγονότος ότι σ’ αυτά τα Πανεπιστήμια όχι μόνο το σύστημα διακυβέρνησης είναι πολύ διαφορετικό, για παράδειγμα δεν υπάρχει Σύγκλητος, αλλά και η ποιότητα του ακαδημαϊκού πολιτισμού είναι τάξεις μεγέθους μεγαλύτερη από την επικρατούσα στα ελληνικά πανεπιστήμια. Έχοντας σχετικά πρόσφατη την τραυματική εμπειρία της εφαρμογής του αντικειμενικά καλού συστήματος διακυβέρνησης που εισήγαγε ο νόμος 4009/2011, το οποίο συστηματικά και συνειδητά υπονομεύθηκε από τους πάντες, θα περιμένουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι όμως με αισιοδοξία, την εφαρμογή αυτής της «πονηρής» νομικής σύλληψης, της απόκρυψης δηλαδή του Προέδρου του ΣΔ πίσω από το πρόσωπο του Πρύτανη. Εκτιμούμε ότι στα περισσότερα Ιδρύματα το σχήμα θα αποτύχει να θεραπεύσει τις τωρινές παθογένειες. Σε κάποια ιδρύματα, εκείνα που διαθέτουν την απαιτούμενη κρίσιμη «ποιοτική μάζα» ακαδημαϊκού προσωπικού, ίσως ο -παντοδύναμος πλέον- Πρύτανης καταφέρει να αναβαθμίσει ποιοτικά το Ίδρυμα, αξιοποιώντας δημιουργικά άλλα τμήματα του νομοσχεδίου. Συνολικότερα, όμως, το σύστημα διακυβέρνησης θα συνεχίσει να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και προβληματισμού, επιτρέποντας στον επόμενο, γενναίο, νομοθέτη να προχωρήσει στον διαχωρισμό των δύο ρόλων, ώστε κάποια στιγμή να  προσεγγίσουμε τα σημερινά πρότυπα διακυβέρνησης των πανεπιστημίων αναπτυγμένων χωρών.

Εκ μέρους του Διοικητικού  Συμβουλίου

Καθηγητής Νικόλαος Μ.  Σταυρακάκης                                 Δρ.  Μιχάλης Καθαράκης

                 Πρόεδρος                                                                          Γενικός Γραμματέας

Share