«Εκπαίδευση και Έρευνα βασικός μοχλός της Ανάπτυξης»
ΑΘΗΝΑ, 1 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2021
Δ Ε Λ Τ Ι Ο Τ Υ Π Ο Υ
ΘΕΜΑ: Η θέση της ΠΡΩ.ΠΑΙΔΕΙ.Α. για τον Πολιτισμό της Αξιολόγησης, την Αξιολόγηση των Εκπαιδευτικών Μονάδων και την Αξιολόγηση των Εκπαιδευτικών.
Για να συνειδητοποιήσει κάποιος την ένταση και την έκταση ενός προβλήματος πρέπει να δει τον χρόνο που διαρκεί, να εξετάσει το μερίδιο της ευθύνης των εμπλεκομένων, να αναδείξει τις αιτίες της στάσης τους, κυρίως όμως πρέπει να μπορεί να προτείνει υλοποιήσιμες και σύγχρονες λύσεις για την επίλυση ενός ζητήματος που έχει κακοφορμίσει. Ένα τέτοιο ζήτημα στην ελληνική κοινωνία είναι το ζήτημα της αξιολόγησης, γενικότερα και ειδικότερα αυτής των εκπαιδευτικών και του εκπαιδευτικού έργου.
Το γεγονός ότι απασχολεί την εκπαίδευση και τις διαφορετικές κυβερνήσεις περίπου έναν αιώνα από τότε που επιχειρήθηκε η πρώτη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν μαρτυρά μόνο τις αντιστάσεις που καθιστούν το ζήτημα αυτό διαχρονικά συγκρουσιακό και αμφιλεγόμενο, αλλά από την άλλη πλευρά, η συνεχής προσπάθεια διαδοχικών κυβερνήσεων να υλοποιήσουν το εγχείρημα υπογραμμίζει την εγγενή ανάγκη σύζευξης της εκπαιδευτικής και παιδαγωγικής διαδικασίας με την αξιολόγηση στόχων και αποτελεσμάτων προκειμένου να επιτευχθούν βέλτιστα αποτελέσματα. Το γεγονός ότι διαχρονικά με την κάθε αλλαγή κυβέρνησης ή ακόμα και υπουργού αποδομείται η προσπάθεια της προηγούμενης ηγεσίας αποδεικνύει ότι στη βάση του το πρόβλημα είναι πολιτικό.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο όμως, αν στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα που ήδη διανύουμε, οι αντιστάσεις σε αυτονόητες πρακτικές για κάθε Εκπαιδευτικό Σύστημα της οποιασδήποτε ανά την υφήλιο αναπτυγμένης χώρας, αλλά και για κάθε εργαζόμενο του ιδιωτικού, αλλά και του δημόσιου τομέα τελικά, αντιμετωπίζονται από μερίδα των Εκπαιδευτικών και κυρίως από τους ανά τη χώρα συνδικαλιστικούς τους εκπροσώπους ως δίωξη, αυταρχισμός, εντατικοποίηση της εργασίας, ή προσπάθεια υποβάθμισης, άραγε ποιου πράγματος; Ενός Εκπαιδευτικού Συστήματος που η ίδια η κοινωνία, που είναι ο τρίτος εμπλεκόμενος, αξιολογεί, στην καλύτερη περίπτωση, ως αναχρονιστικό και ανεπαρκές, όταν de facto βασίζει την επιτυχία των παιδιών της στα φροντιστήρια ή όταν αναφέρεται απαξιωτικά σε μεγάλη μερίδα Εκπαιδευτικών; Ενός Εκπαιδευτικού Συστήματος που μας φέρνει στις τελευταίες θέσεις μεταξύ όλων των αναπτυγμένων χωρών των διαγωνισμών Pisa, ή στις μετρήσεις του ΟΟΣΑ και ενισχύει το braindrain;
Το γεγονός ότι ο εκπαιδευτικός συνδικαλισμός απέχει πολύ από το να βελτιώνει λειτουργικά το εκπαιδευτικό πλαίσιο, ενώ αντίθετα λειτουργεί ως κομματικός βραχίονας στην Εκπαίδευση τεκμαίρεται τόσο από την έλλειψη δημιουργικότητας και σύγχρονου προσανατολισμού στο λόγο και τις προτάσεις του όσο και από την απόλυτη ευθυγράμμιση, με τις επιταγές των εκάστοτε πολιτικών χώρων που εκφράζει. Το γεγονός ότι κορυφαίοι εκπρόσωποι της ΟΛΜΕ δηλώνουν ότι έχουν καταθέσει εδώ και είκοσι χρόνια προτάσεις –ανεξάρτητα αν δεν τις γνωρίζει κανείς- μαρτυρά την αδυναμία τους έστω και να αντιληφθούν ότι τη στιγμή που διανύουμε την 4η Βιομηχανική Επανάσταση, επιβεβαιώνουν ότι τα σχέδιά τους για το Σύγχρονο Σχολείο έρχονται από το χθες του προηγούμενου αιώνα.
Στο βαθμό που και οι κυβερνήσεις υποτάχθηκαν διαχρονικά στα κελεύσματα των συνδικαλιστών για ψηφοθηρικούς και πελατειακούς λόγους, επιτρέπεται ακόμη και σήμερα στους συνδικαλιστές να πιστεύουν ότι συνδιοικούν.
Το μεγάλο τμήμα των εκπαιδευτικών που ενδιαφέρονται να προσφέρουν και να παραμείνουν δημιουργικοί στη σύγχρονη πραγματικότητα βρίσκεται ουσιαστικά εγκλωβισμένο μεταξύ μιας δύσκολης απαιτητικής σχολικής καθημερινότητας και ενός κομματικοποιημένου αναξιοκρατικού συστήματος διεύθυνσης και διοίκησης, το οποίο δε φαίνεται να συνδέεται με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας για Εκπαίδευση.
Σ’ αυτό φυσικά συμβάλλουν και οι διαχρονικές ελλείψεις εκ μέρους του Υπουργείου Παιδείας, η αμοιβαία ανοχή της μισθολογικής απαξίωσης των Εκπαιδευτικών, και της ατελούς παροχής της υπηρεσίας προς το Κοινωνικό σύνολο, όπως και οι εμβαλωματικές λύσεις σε χρόνια και σημαντικά εκπαιδευτικά ζητήματα που γίνονται πάντα σημαία της αντιμεταρρύθμισης, γιατί έχουν πραγματολογική υπόσταση και δυσκολεύουν είναι γεγονός τη ζωή του εκπαιδευτικού, αλλά και τον προγραμματισμό και την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ελλείψεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό και το ατελείωτο γαϊτανάκι αποσπάσεων, μεταθέσεων, αδειών ή συντάξεων που συνεχώς προκαλεί αναστάτωση στη στελέχωση των Σχολείων.
Τελικά, το ζητούμενο είναι πως η αξιολόγηση μπορεί να οδηγήσει σ΄ ένα καλύτερο Δημόσιο Σχολείο κι όχι αν χρειάζεται αξιολόγηση. Το τελευταίο είναι πρόβλημα εκείνων που δεν μπορούν να συμβαδίσουν με την εποχή τους, με τον ορθολογισμό, με την εξέλιξη της Επιστήμης ή δεν μπορούν να τιθασεύσουν τις ανασφάλειές τους, κυρίως εμπεδώνοντας μια κουλτούρα υπεύθυνου εργαζόμενου και δια βίου εκπαιδευόμενου δασκάλου και ουχί δημοσίου υπαλλήλου, που απλά διεκπεραιώνει μια εργασία και τηρεί ένα ωράριο.
Τα ακόλουθα ζητήματα θεωρούμε ότι είναι εκ των ων ουκ άνευ για να ελπίζουμε σε καλύτερες μέρες για το Ελληνικό Δημόσιο Σχολείο, δηλαδή τη νέα γενιά, την οικογένεια, την οικονομία και γενικότερα την υλική και πνευματική ανάταξη, αναβάθμιση και ανάπτυξη της χώρας μας:
Αντίθετα με όσα πιστεύουν και διακηρύσσουν κάποιοι ότι η αξιολόγηση θα οδηγήσει σε κατηγοριοποίηση των σχολείων και σε ταξικό σχολείο, πιστεύουμε ότι το σχολείο είναι ταξικό όσο στερεί από τους μαθητές του και τις οικογένειά τους τη δυνατότητα να είναι ανταγωνιστικοί με τους απόφοιτους των Ιδιωτικών Σχολείων, που μαθαίνουν γλώσσες μέσα σ’ αυτό, που δεν χάνουν ώρες για καταλήψεις, διαμαρτυρίες, συνεδριάσεις και ανταγωνισμούς για αυτονόητα ζητήματα, όπως αν πρέπει κάποιες φορές να γίνει ή όχι τηλεκπαίδευση τον 21ο αιώνα. Άλλωστε η Ιδιωτική Εκπαίδευση εδώ και χρόνια εφαρμόζει πρακτικές αξιολόγησης, που τώρα προτείνονται και στους Εκπαιδευτικούς του Δημόσιου Σχολείου.
Εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου
Καθηγητής Νικόλαος Μ. Σταυρακάκης Δρ. Μιχάλης Καθαράκης
Πρόεδρος Γενικός Γραμματέας